• Home
  • Publications
  • Σχολιασμός της με στοιχεία C-589/15  Απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σχολιασμός της με στοιχεία C-589/15  Απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Του Αλέξη Αναγνωστάκη, Δικηγόρου Αθηνών

Εκδόθηκε , την 12η Σεπτεμβρίου 2017 , παρά του Δικαστηρίου της  Ευρωπαϊκής Ένωσης ( Τμήμα Μείζονος Συνθέσως) , η με στοιχεία C-589/15  Απόφαση, επί της από 13 Νοεμβρίου 2015 Αίτησης Αναίρεσης της με αριθμό Τ-450/12 Απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαικής Ένωσης.
Αντικείμενο της δίκης, ήταν,  η από 11/10/2012 Προσφυγή κατά της άρνησης καταχώρησης παρά της Επιτροπής, της Πρότασης Ευρωπαϊκής Πρωτοβουλίας Πολιτών (ΕΠΠ)  με τίτλο “ΈΝΑ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΟ ΥΠΟΓΡΑΦΕΣ για την Ευρώπη της Αλληλεγγύης”.
Σκοπός της άνω Πρότασης, είναι να καθιερωθεί στη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αρχή της “κατάστασης ανάγκης” κατά την οποία, “κάθε φορά που η εξυπηρέτηση απεχθούς χρέους απειλεί την οικονομική και πολιτική υπόστασης κράτους-μέλους, η άρνηση καταβολής να είναι αναγκαία και δικαιολογημένη”.
Η εκδοθείσα απόφαση, κατά την εκτίμηση αυτής  παρέβλεψε εντελώς ότι η Πρόταση ΕΠΠ αφορούσε αποκλειστικά το μέρος, του δημόσιου χρέους, που θεωρείται,  “απεχθές”.
Εκλαμβάνεται   εσφαλμένα, πως, η Πρόταση αφορά  το σύνολο του Δημοσίου Χρέους, άνευ άλλης διαφοροποίησης ή προϋπόθεσης.  
Στηρίζει στην άνω υπόθεση όλη την αιτιολογία της, περί  απόρριψης της Προσφυγής.
Υπονοεί, κατά την εκτίμηση αυτής,  ότι, η Πρόταση, συνιστά όχημα διαγραφής του άνω συνόλου, υπό μονομερή και αδικαιολόγητο τρόπο.
Κατά αυτή την έννοια, η αναιρεσιβαλλόμενη  ΔΕΝ εκτίμησε ορθά, το αντικείμενο της Δίκης.
Εξέδωσε Απόφαση επί εσφαλμένου  υπολογισμού του περιεχομένου και των αιτημάτων  της Προσφυγής.
Ο άνω ισχυρισμός αποτέλεσε λόγο αναίρεσης που προβλήθηκε στο Δικαστήριο. Αναπτύχθηκε και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία. Το Δικαστήριο έλαβε γνώση του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού.  Παρ’ όλα αυτά η Απόφαση αντιπαρήλθε σιγή τον ουσιώδη αυτό ισχυρισμό. Αποφάνθηκε επί ισχυρισμού που δεν προτάθηκε (περί διαγραφής του συνόλου του δημοσίου χρέους). Δίκασε μη νόμιμα και ανεπίτρεπτα .
Σημειώνω, πως, κατά τον ορισμό του Ρώσου Διεθνολόγου Alexander Shack (1927) που είναι ευρύτερα δεκτός, “απεχθές” είναι το χρέος, που είναι σε βάρος του Λαού μιας Χώρας, χωρίς τη συναίνεση αυτού, όντας εντούτοις,  σε γνώση των πιστωτών.
Στη διευρυμένη έννοια του “απεχθούς” χρέους εντάσσονται όλα τα δάνεια που παραβιάζουν βασικές αρχές του διεθνούς Δικαίου. (Άδικος πλουτισμός, κατάχρηση δικαιώματος, δόλος, τοκογλυφία, βλάβη, υπερβολικό κόστος δανεισμού, χρήση ή απειλή χρήσης βίας κα), οι οποίες απορρέουν από τη Χάρτα των Ηνωμένων Εθνών, την Παγκόσμια Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τη Διεθνή Σύμβαση για τα Πολιτικά Δικαιώματα, τη Σύμβαση για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, τη Διακήρυξη για το Δικαίωμα στην Ανάπτυξη, τη Συνθήκη της Βιέννης που διέπει το Δίκαιο των Διεθνών Συμβάσεων κ.α.
Η απουσία “συναίνεσης” του Λαού, δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στα τυραννικά, δεσποτικά ή δικτατορικά καθεστώτα.  Άν μια εκλεγμένη Κυβέρνηση παραχαράσσει τη λαϊκή εντολή και προβεί, σε μη νόμιμες ενέργειες κατά το δανεισμό, (όπως φαινόμενα διαφθοράς, ανεπίτρεπτου προσωπικού πλουτισμού, αγορά άχρηστων οπλικών συστημάτων, υπερτιμολογημένες κρατικές προμήθειες κλπ),  τούτο μπορεί να γεννήσει αιτίες “απεχθούς χρέους”.
H άνω Απόφαση του Δικαστηρίου εκτίμησε την Πρόταση ΕΠΠ περί νομοθετικής καθιέρωσης στην Ένωση, της αρχής της ”κατάστασης ανάγκης”, όπως αυτή αναπτύσσεται στην από 11/10/2012 Προσφυγή μου,  ως μη οφειλόμενη υποχρέωση, “παροχής χρηματοοικονομικής συνδρομής” παρά της Ένωσης.
Θεώρησε δηλαδή  πως δεν υφίσταται, στα επικαλούμενα δια της Προσφυγής άρθρα 122 και 136 ΣΛΕΕ, η “προσήκουσα νομική βάση για την εκ μέρους της Ένωσης ενδεχόμενη παροχή χρηματοπιστωτικής συνδρομής προς τα κράτη μέλη που αντιμετωπίζουν ή διατρέχουν τον κίνδυνο να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα χρηματοδότησης, μέσω της καθιερώσεως μηχανισμού χρηματοδοτήσεως”.
Η άνω κρίση της Απόφασης έλαβε χώρα κατά κακή ερμηνεία και εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου.
Η προσήκουσα νομική βάση για παροχή χρηματοοικονομικής συνδρομής προς κράτη με προβλήματα χρηματοδότησης, (κατάσταση ανάγκης) υφίσταται στα επικαλούμενα δια της Προσφυγής Άρθρα. Συγκεκριμένα :
Το άρθρο 136 ΣΛΕΕ, όπως τροποποιήθηκε δια της Απόφασης 2011/199/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της 25ης Μαρτίου 2011, σχετικά με μηχανισμό σταθερότητας για τα κράτη-μέλη με νόμισμα το ευρώ, προβλέπει τα εξής:
“Τα κράτη-μέλη με νόμισμα το ευρώ, μπορούν να θεσπίσουν μηχανισμό σταθερότητας, ο οποίος θα ενεργοποιείται εφόσον κρίνεται απαραίτητο προκειμένου να διασφαλίζεται η σταθερότητα της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της. Η παροχή τυχόν απαιτούμενης χρηματοοικονομικής συνδρομής δυνάμει του μηχανισμού θα υπόκειται σε αυστηρούς όρους”.
Συνεπώς, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη, λαμβανομένων υπόψη και των άρθρων 4 παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και 5, παράγραφος 2 ΣΛΕΕ,  η αρμοδιότητα των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ, για τη σύναψη μεταξύ τους συμφωνίας σχετικά με τη θέσπιση μηχανισμού σταθερότητας και χρηματοοικονομικής συνδρομής  είναι απόλυτη. (Pringle σκέψη 68, βλ. υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 30ης Ιουνίου 1993, C-181/91 και C-248/91, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-3685, σκέψη 16 της 2ας Μαρτίου 1994, C-316/91, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1994, σ. Ι-625, σκέψη 20 και της 20ης Μαρτίου 2008, C-91/05, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2008, σ. Ι-365, σκέψη 61).
Όρος ενεργοποίησης του μηχανισμού, που θα συμφωνήσουν τα κράτη-μέλη  μπορεί να είναι και η θέση κράτους-μέλους σε καθεστώς “κατάστασης ανάγκης”, όπου η εξυπηρέτηση του απεχθούς χρέους θα απειλεί,  την οικονομική και πολιτική υπόσταση του άνω κράτους.
Άλλως, η τέτοια χρηματοοικονομική συνδρομή, θα μπορούσε να είναι και  η μη καταβολή του δημιουργηθέντος απεχθούς χρέους προς τα λοιπά κράτη-μέλη ή και την  Ένωση.
Η Επιτροπή έχει συγκεκριμένη δοτή αρμοδιότητα και ευχέρεια για Πρόταση προς θέσπιση τέτοιου μηχανισμού, δυνάμει του άρθρου 352 ΣΛΕΕ, ως απαραίτητη δράση προς επίτευξη των στόχων των Συνθηκών, περί σταθερότητας στη ζώνη του ευρώ.
Συνεπώς, η θέσπιση μηχανισμού (ή η συμπλήρωση του τυχόν υπάρχοντος) με περιεχόμενο την αναστολή/ματαίωση του απεχθούς χρέους προς τα κράτη μέλη και την Ένωση, σε χώρες υπό κατάσταση ανάγκης, ευχερώς προβλέπεται στη νομοθεσία της ΕΕ.  Και η Επιτροπή σαφώς μπορεί να υποβάλλει νομοθετική Πρόταση προς τούτο.
Η Απόφαση ήρθε, κατά την άποψή μου,  σε αντίθεση με την Pringle, η οποία ορθά εκτιμούμενη (ιδίως σκέψη 67) δεν αποκλείει την άνω αρμοδιότητα της Επιτροπής.
Η επίκληση αυτής της νομολογίας  ( Pringle κλπ) δεν ήταν δυνατή κατά το χρόνο άσκησης της προσφυγής (11/10/2012), καθόσον τότε δεν υφίστατο (η  Pringle είναι μεταγενέστερη).
Η Απόφαση έτσι δίκασε έτσι μια νομική πραγματικότητα του παρελθόντος που έχει παρέλθει.
Η Απόφαση δεν δέχτηκε την προβολή του ισχυρισμού αυτού, διότι δήθεν προβλήθηκε πρώτη φορά στο Δεύτερο Βαθμό. Όμως η άνω νομολογία ακριβώς θεσπίστηκε μετά την Απόφαση του Πρώτου Βαθμού.
Η απαίτηση για προβολή του ισχυρισμού νωρίτερα συνιστά υποβολή στα αδύνατα.
Σε κάθε περίπτωση, η , μετ’ αναίρεση,  πρόταση των Διατάξεων του Νόμου που άγουν στην ευδοκίμηση της νομικής βάσης της Προσφυγής , πρέπει να είναι συγγνωστή.
Διότι σκοπός του Δικαστηρίου οφείλει να είναι η επίλυση της διαφοράς, δια της ανεύρεσης του προσήκοντος νομικού πλαισίου που την διέπει.
Ανεξάρτητα αν αυτό προτάθηκε ή όχι στον πρώτο βαθμό.
Διότι, έτσι ελλοχεύει ο κίνδυνος να απορριφθεί Προσφυγή, που όμως στηρίζεται ουσιαστικά στο Νόμο. Επειδή τάχα δεν έγινε ρητή επίκληση σε κάποιο στάδιο της Δίκης.
Τούτο θα συνιστούσε έντονη τυπολατρία.
Σημειώνω, πως, η δήθεν απαγόρευση επίκλησης “νέων επιχειρημάτων ή λόγων” στη μετ’ αναίρεση δίκη, συνιστά μόνο νομολογιακή κατασκευή. Δεν στηρίζεται σε Διάταξη Νόμου, που διέπει τη λειτουργία του Δικαστηρίου.
Συνιστά μόρφωμα, που αποκλείει την πλήρη πρόσβαση στο Δικαστήριο και την πλήρη νομική επίλυση.
Ως τέτοιο, πλήττει έντονα το κύρος που πρέπει να απολαμβάνει το Δικαστήριο. Και οι αποφάσεις αυτού.
Ειδικά στην παρούσα δίκη, που συνέχεται με την ευρωπαϊκή οικονομική κρίση,  με έντονο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, είναι ανεπίτρεπτη, κατά την άποψή μου, η διαφυγή των ρητών κανόνων Δικαίων, που συνιστούν την ορθή νομική επίλυση. Στο όνομα τυπολατρικών νομολογιακών προηγούμενων.