Τέλος στο θρίλερ της παράνομης υιοθεσίας: Απαλλάχτηκε η 54χρονη Αγγλίδα που είχαν αρνηθεί οι Αγγλοι να εκδώσουν

Δημοσιεύτηκε στο Dikastiko.gr στις 11 Φεβρουαρίου 2020

Τέλος σε ένα δικαστικό θρίλερ που διαρκεί από το 2006 με πρωταγωνίστρια την Βρετανίδα που φέρεται να είχε επιχειρήσει να υιοθετήσει παράνομα ένα βρέφος στην Κεφαλλονιά έδωσε με απόφασή του το Μικτό Ορκωτό Εφετείο. Η γυναίκα είχε γίνει μήλον της έριδος μεταξύ Ελληνικών και Βρετανικών Αρχών και η υπόθεση έγινε γνωστή τον περασμένο Απρίλιο όταν με μια απόφαση κόλαφο για τις συνθήκες κράτησης στις ελληνικές φυλακές, Βρετανικό Δικαστήριο αρνήθηκε να εκδώσει στη χώρα μας την 54χρονη Αγγλίδα η οποία έχει καταδικαστεί στην Ελλάδα για παράνομη υιοθεσία βρέφους. Η γυναίκα που είχε καταδικαστεί σε κάθειρξη 8 ετών έκανε απόπειρα αυτοκτονίας, όπως είχε πει ο συνήγορος της, όταν έμαθε πως υπήρχε περίπτωση να φυλακιστεί στη χώρα μας.Τελικά όμως αυτό δεν πρόκειται να συμβεί.

Η απαλλαγή 

Η Marie Golby είναι Αγγλίδα υπήκοος, που το 2006 διέμενε στην Κεφαλλονιά, με τον Έλληνα σύντροφό της. Επιθυμούσε έντονα να αποκτήσει ή να υιοθετήσει παιδιά και να μείνει στην Ελλάδα να κάνει οικογένεια. Ήταν τότε 41 ετών, έχοντας ήδη περάσει την επώδυνη εμπειρία των δύο αποβολών (τη μία μετά από ξυλοδαρμό του συντρόφου της).Mε την απόφασή του, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο έπαυσε την ποινική δίωξη κατά της 54χρονης Αγγλίδας, αφού δέχτηκε τους ισχυρισμούς των δικηγόρων της Ανδρέα και Αλέξη Αναγνωστάκη και προχώρησε στην απάλειψη του κακουργηματικού χαρακτήρα των πράξεων της, γεγονός που επέφερε την παραγραφή του αδικήματος που κατηγορούνταν. Δεν προχώρησε περαιτέρω στην ουσία της υπόθεσης. Ο εισαγγελέας της έδρας Παν. Παναγιωτόπουλος ζήτησε να γίνει δεκτή η εκπρόθεσμη έφεση που ειχε ασκηθεί κατά της πρωτόδικης απόφασης (η γυναίκα σε πρώτο βαθμό είχε καταδικαστεί σε κάθειρξη 8 ετών) γεγονός που οδήγησε τελικά στην παραγραφή του αδικήματος ως πλημμέλημα με βάσει τις διατάξεις του νέου ΠΚ.

Η ιστορία της 54χρονης βρετανίδας είχε πάρει τεράστιες διατάσεις και στη χώρα της και στην Ελλάδα το 2006. Η γυναίκα είχε σχέση με έναν Έλληνα στην Κεφαλλονιά και έμεινε έγκυος αλλά απέβαλλε δυο φορές. Μετά το χωρισμό τους και ενώ όπως λέει βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση συνάντησε μια τσιγγάνα και εκείνη της εγκατέλειψε το 7 μηνών κοριτσάκι της. Τότε μάλιστα σύμφωνα με δημοσιεύματα είχε αποκαλυφθεί πως κράτησε το μωρό προκειμένου να πείσει τον πρωην συντρόφος της ότι το μωρό είναι δικό του και να επανασυνδεθούν. Η ίδια είχε πει στον Guardian το 2006 πως «απλά δεν ξέρω τι σκέφτηκα. Αντί να πάω στην αστυνομία επέστρεψα στο ξενοδοχείο μου με το μωρό. Την έβαλα στο κρεβάτι και για περίπου δύο ώρες το κοίταζα απλά. Αναρωτιόμουνα τι να κάνω . Ήταν τόσο όμορφο, και σε αυτό το σημείο υποθέτω ότι είπα στον εαυτό μου, «αν δεν την θέλει, θα τη φροντίσω εγώ».

Λίγο καιρό μετά η βρετανίδα πήγε στο νοσοκομείο το παιδί και εκεί διαπιστώθηκε πως δεν είναι δικό της. Οδηγήθηκε στις αρχές και αφέθηκε ελεύθερη με όρους. Όμως τους παραβίασε και γύρισε στη χώρα της. 13 χρόνια μετά έμαθε πως καταδικάστηκε ερήμην και πρέπει να εμφανιστεί στις ελληνικές φυλακές.

Η απόφαση – ράπισμα

Η υπόθεση έγινε γνωστή στην Ελλάδα όταν με πρόσφατη Απόφασή του το Βρετανικό Δικαστήριο Εκδόσεων Westminster Magistrates’ Court δεν έκανε δεκτή την αίτηση έκδοσης της στην Ελλάδα προς έκτιση της ποινής, που είχε υποβάλλει ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών.

Η Απόφαση έκρινε τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης, που αποτελούνταν από τον Έλληνα Δικηγόρο Αλέξη Αναγνωστάκη και το Βρετανό Benjamin Keith, ως βάσιμους.

O Δικαστής John Zani έκρινε πως υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας έκδοσης παρά της Εισαγγελίας Εφετών στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Ενδεικτικά διότι η δίκη της πολυετούς κάθειρξης έλαβε χώρα, χωρίς να καλέσουν καν στο ακροατήριο την κατηγορουμένη στην Αγγλία όπου διέμενε μόνιμα. Και οι Ελληνικές Αρχές το γνώριζαν τούτο, καθώς και εξέδωσαν Ευρωπαικό Ένταλμα Σύλληψης και έλαβαν γνώση του τόπου κατοικίας της ήδη από το 2010.

Ο Δικαστής χρησιμοποίησε σκληρή γλώσσα και για την κατάσταση στις ελληνικές φυλακές αναφέροντας πως «…τα κελιά στις Ελληνικές φυλακές είναι μικρότερα των επιβαλλόμενων κανόνων και υπάρχει ανησυχία για την περίθαλψη των γυναικών…».

Τελική κρίση

anagn about us

Οι δικηγόροι της Ανδρέας και Αλέξης Αναγνωστάκης πιστεύουν πως η απόφαση απαλλαγής «θα βοηθήσει την 54χρονη Αγγλίδα να σταθεί ξανά στα πόδια της. Περιήλθε δε σε αυτήν κατάσταση επειδή ήθελε να σώσει λόγω αγάπης ένα παιδί που οι γονείς του είχαν καταδικάσει στην πείνα , το κρύο και το πεζοδρόμιο. Είναι δε σίγουρο πως η απαλλαγή της θα τύχει μεγάλης αποδοχής και στην Αγγλία».

 

Σχολιασμός της με στοιχεία C-589/15  Απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Του Αλέξη Αναγνωστάκη, Δικηγόρου Αθηνών

Εκδόθηκε , την 12η Σεπτεμβρίου 2017 , παρά του Δικαστηρίου της  Ευρωπαϊκής Ένωσης ( Τμήμα Μείζονος Συνθέσως) , η με στοιχεία C-589/15  Απόφαση, επί της από 13 Νοεμβρίου 2015 Αίτησης Αναίρεσης της με αριθμό Τ-450/12 Απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαικής Ένωσης.
Αντικείμενο της δίκης, ήταν,  η από 11/10/2012 Προσφυγή κατά της άρνησης καταχώρησης παρά της Επιτροπής, της Πρότασης Ευρωπαϊκής Πρωτοβουλίας Πολιτών (ΕΠΠ)  με τίτλο “ΈΝΑ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΟ ΥΠΟΓΡΑΦΕΣ για την Ευρώπη της Αλληλεγγύης”.
Σκοπός της άνω Πρότασης, είναι να καθιερωθεί στη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αρχή της “κατάστασης ανάγκης” κατά την οποία, “κάθε φορά που η εξυπηρέτηση απεχθούς χρέους απειλεί την οικονομική και πολιτική υπόστασης κράτους-μέλους, η άρνηση καταβολής να είναι αναγκαία και δικαιολογημένη”.
Η εκδοθείσα απόφαση, κατά την εκτίμηση αυτής  παρέβλεψε εντελώς ότι η Πρόταση ΕΠΠ αφορούσε αποκλειστικά το μέρος, του δημόσιου χρέους, που θεωρείται,  “απεχθές”.
Εκλαμβάνεται   εσφαλμένα, πως, η Πρόταση αφορά  το σύνολο του Δημοσίου Χρέους, άνευ άλλης διαφοροποίησης ή προϋπόθεσης.  
Στηρίζει στην άνω υπόθεση όλη την αιτιολογία της, περί  απόρριψης της Προσφυγής.
Υπονοεί, κατά την εκτίμηση αυτής,  ότι, η Πρόταση, συνιστά όχημα διαγραφής του άνω συνόλου, υπό μονομερή και αδικαιολόγητο τρόπο.
Κατά αυτή την έννοια, η αναιρεσιβαλλόμενη  ΔΕΝ εκτίμησε ορθά, το αντικείμενο της Δίκης.
Εξέδωσε Απόφαση επί εσφαλμένου  υπολογισμού του περιεχομένου και των αιτημάτων  της Προσφυγής.
Ο άνω ισχυρισμός αποτέλεσε λόγο αναίρεσης που προβλήθηκε στο Δικαστήριο. Αναπτύχθηκε και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία. Το Δικαστήριο έλαβε γνώση του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού.  Παρ’ όλα αυτά η Απόφαση αντιπαρήλθε σιγή τον ουσιώδη αυτό ισχυρισμό. Αποφάνθηκε επί ισχυρισμού που δεν προτάθηκε (περί διαγραφής του συνόλου του δημοσίου χρέους). Δίκασε μη νόμιμα και ανεπίτρεπτα .
Σημειώνω, πως, κατά τον ορισμό του Ρώσου Διεθνολόγου Alexander Shack (1927) που είναι ευρύτερα δεκτός, “απεχθές” είναι το χρέος, που είναι σε βάρος του Λαού μιας Χώρας, χωρίς τη συναίνεση αυτού, όντας εντούτοις,  σε γνώση των πιστωτών.
Στη διευρυμένη έννοια του “απεχθούς” χρέους εντάσσονται όλα τα δάνεια που παραβιάζουν βασικές αρχές του διεθνούς Δικαίου. (Άδικος πλουτισμός, κατάχρηση δικαιώματος, δόλος, τοκογλυφία, βλάβη, υπερβολικό κόστος δανεισμού, χρήση ή απειλή χρήσης βίας κα), οι οποίες απορρέουν από τη Χάρτα των Ηνωμένων Εθνών, την Παγκόσμια Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τη Διεθνή Σύμβαση για τα Πολιτικά Δικαιώματα, τη Σύμβαση για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, τη Διακήρυξη για το Δικαίωμα στην Ανάπτυξη, τη Συνθήκη της Βιέννης που διέπει το Δίκαιο των Διεθνών Συμβάσεων κ.α.
Η απουσία “συναίνεσης” του Λαού, δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στα τυραννικά, δεσποτικά ή δικτατορικά καθεστώτα.  Άν μια εκλεγμένη Κυβέρνηση παραχαράσσει τη λαϊκή εντολή και προβεί, σε μη νόμιμες ενέργειες κατά το δανεισμό, (όπως φαινόμενα διαφθοράς, ανεπίτρεπτου προσωπικού πλουτισμού, αγορά άχρηστων οπλικών συστημάτων, υπερτιμολογημένες κρατικές προμήθειες κλπ),  τούτο μπορεί να γεννήσει αιτίες “απεχθούς χρέους”.
H άνω Απόφαση του Δικαστηρίου εκτίμησε την Πρόταση ΕΠΠ περί νομοθετικής καθιέρωσης στην Ένωση, της αρχής της ”κατάστασης ανάγκης”, όπως αυτή αναπτύσσεται στην από 11/10/2012 Προσφυγή μου,  ως μη οφειλόμενη υποχρέωση, “παροχής χρηματοοικονομικής συνδρομής” παρά της Ένωσης.
Θεώρησε δηλαδή  πως δεν υφίσταται, στα επικαλούμενα δια της Προσφυγής άρθρα 122 και 136 ΣΛΕΕ, η “προσήκουσα νομική βάση για την εκ μέρους της Ένωσης ενδεχόμενη παροχή χρηματοπιστωτικής συνδρομής προς τα κράτη μέλη που αντιμετωπίζουν ή διατρέχουν τον κίνδυνο να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα χρηματοδότησης, μέσω της καθιερώσεως μηχανισμού χρηματοδοτήσεως”.
Η άνω κρίση της Απόφασης έλαβε χώρα κατά κακή ερμηνεία και εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου.
Η προσήκουσα νομική βάση για παροχή χρηματοοικονομικής συνδρομής προς κράτη με προβλήματα χρηματοδότησης, (κατάσταση ανάγκης) υφίσταται στα επικαλούμενα δια της Προσφυγής Άρθρα. Συγκεκριμένα :
Το άρθρο 136 ΣΛΕΕ, όπως τροποποιήθηκε δια της Απόφασης 2011/199/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της 25ης Μαρτίου 2011, σχετικά με μηχανισμό σταθερότητας για τα κράτη-μέλη με νόμισμα το ευρώ, προβλέπει τα εξής:
“Τα κράτη-μέλη με νόμισμα το ευρώ, μπορούν να θεσπίσουν μηχανισμό σταθερότητας, ο οποίος θα ενεργοποιείται εφόσον κρίνεται απαραίτητο προκειμένου να διασφαλίζεται η σταθερότητα της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της. Η παροχή τυχόν απαιτούμενης χρηματοοικονομικής συνδρομής δυνάμει του μηχανισμού θα υπόκειται σε αυστηρούς όρους”.
Συνεπώς, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη, λαμβανομένων υπόψη και των άρθρων 4 παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και 5, παράγραφος 2 ΣΛΕΕ,  η αρμοδιότητα των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ, για τη σύναψη μεταξύ τους συμφωνίας σχετικά με τη θέσπιση μηχανισμού σταθερότητας και χρηματοοικονομικής συνδρομής  είναι απόλυτη. (Pringle σκέψη 68, βλ. υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 30ης Ιουνίου 1993, C-181/91 και C-248/91, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-3685, σκέψη 16 της 2ας Μαρτίου 1994, C-316/91, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1994, σ. Ι-625, σκέψη 20 και της 20ης Μαρτίου 2008, C-91/05, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2008, σ. Ι-365, σκέψη 61).
Όρος ενεργοποίησης του μηχανισμού, που θα συμφωνήσουν τα κράτη-μέλη  μπορεί να είναι και η θέση κράτους-μέλους σε καθεστώς “κατάστασης ανάγκης”, όπου η εξυπηρέτηση του απεχθούς χρέους θα απειλεί,  την οικονομική και πολιτική υπόσταση του άνω κράτους.
Άλλως, η τέτοια χρηματοοικονομική συνδρομή, θα μπορούσε να είναι και  η μη καταβολή του δημιουργηθέντος απεχθούς χρέους προς τα λοιπά κράτη-μέλη ή και την  Ένωση.
Η Επιτροπή έχει συγκεκριμένη δοτή αρμοδιότητα και ευχέρεια για Πρόταση προς θέσπιση τέτοιου μηχανισμού, δυνάμει του άρθρου 352 ΣΛΕΕ, ως απαραίτητη δράση προς επίτευξη των στόχων των Συνθηκών, περί σταθερότητας στη ζώνη του ευρώ.
Συνεπώς, η θέσπιση μηχανισμού (ή η συμπλήρωση του τυχόν υπάρχοντος) με περιεχόμενο την αναστολή/ματαίωση του απεχθούς χρέους προς τα κράτη μέλη και την Ένωση, σε χώρες υπό κατάσταση ανάγκης, ευχερώς προβλέπεται στη νομοθεσία της ΕΕ.  Και η Επιτροπή σαφώς μπορεί να υποβάλλει νομοθετική Πρόταση προς τούτο.
Η Απόφαση ήρθε, κατά την άποψή μου,  σε αντίθεση με την Pringle, η οποία ορθά εκτιμούμενη (ιδίως σκέψη 67) δεν αποκλείει την άνω αρμοδιότητα της Επιτροπής.
Η επίκληση αυτής της νομολογίας  ( Pringle κλπ) δεν ήταν δυνατή κατά το χρόνο άσκησης της προσφυγής (11/10/2012), καθόσον τότε δεν υφίστατο (η  Pringle είναι μεταγενέστερη).
Η Απόφαση έτσι δίκασε έτσι μια νομική πραγματικότητα του παρελθόντος που έχει παρέλθει.
Η Απόφαση δεν δέχτηκε την προβολή του ισχυρισμού αυτού, διότι δήθεν προβλήθηκε πρώτη φορά στο Δεύτερο Βαθμό. Όμως η άνω νομολογία ακριβώς θεσπίστηκε μετά την Απόφαση του Πρώτου Βαθμού.
Η απαίτηση για προβολή του ισχυρισμού νωρίτερα συνιστά υποβολή στα αδύνατα.
Σε κάθε περίπτωση, η , μετ’ αναίρεση,  πρόταση των Διατάξεων του Νόμου που άγουν στην ευδοκίμηση της νομικής βάσης της Προσφυγής , πρέπει να είναι συγγνωστή.
Διότι σκοπός του Δικαστηρίου οφείλει να είναι η επίλυση της διαφοράς, δια της ανεύρεσης του προσήκοντος νομικού πλαισίου που την διέπει.
Ανεξάρτητα αν αυτό προτάθηκε ή όχι στον πρώτο βαθμό.
Διότι, έτσι ελλοχεύει ο κίνδυνος να απορριφθεί Προσφυγή, που όμως στηρίζεται ουσιαστικά στο Νόμο. Επειδή τάχα δεν έγινε ρητή επίκληση σε κάποιο στάδιο της Δίκης.
Τούτο θα συνιστούσε έντονη τυπολατρία.
Σημειώνω, πως, η δήθεν απαγόρευση επίκλησης “νέων επιχειρημάτων ή λόγων” στη μετ’ αναίρεση δίκη, συνιστά μόνο νομολογιακή κατασκευή. Δεν στηρίζεται σε Διάταξη Νόμου, που διέπει τη λειτουργία του Δικαστηρίου.
Συνιστά μόρφωμα, που αποκλείει την πλήρη πρόσβαση στο Δικαστήριο και την πλήρη νομική επίλυση.
Ως τέτοιο, πλήττει έντονα το κύρος που πρέπει να απολαμβάνει το Δικαστήριο. Και οι αποφάσεις αυτού.
Ειδικά στην παρούσα δίκη, που συνέχεται με την ευρωπαϊκή οικονομική κρίση,  με έντονο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, είναι ανεπίτρεπτη, κατά την άποψή μου, η διαφυγή των ρητών κανόνων Δικαίων, που συνιστούν την ορθή νομική επίλυση. Στο όνομα τυπολατρικών νομολογιακών προηγούμενων.
 

Comments on the Judgment with details C-589/15 of the Court of Justice of the European Union.

By Alexis Anagnostakis, Barrister at Law

Coordinator of the European Citizens Initiative "1 Million Signatures for a Europe of Solidarity"

 

The judgment in case C-589/15 Anagnostakis was adopted on September 12, 2017 by the European Court of Justice (Grand Chamber). The case was the appeal brought against the judgment of the General Court in case Τ-450/12.

The object of the dispute was the Action dated 11 October 2012 against the refusal, by the Commission, to register the Proposal of European Citizens’ Initiative (ECI) with the title “ONE MILLION SIGNATURES for the Europe of Solidarity”.

The purpose of the aforementioned Proposal was the establishment in the legislation of the European Union of the principle of the state of “emergency”, during which, “each time the service of odious debt threatens the economic and political existence of a Member State, the refusal of payment must be necessary and justified”.

The General Court judgment, in its assessment, completely disregarded that the ECI Proposal exclusively concerned the part of the public debt which is considered “odious”. It is wrongly considered that the Proposal concerned the totality of the Public Debt, without any other qualification or condition. The Court based all its reasoning for the dismissal of the Action on the above assumption. Moreover, it suggested that the Proposal was an attempt to write off the total debt in a unilateral and unjustified manner.

In this sense, the judgment contested by appeal did not correctly assess the subject of the Trial, but rather was adopted on the basis of an incorrect understanding of the content and the requests of the Action.

This constituted grounds for appeal, and was also elaborated on at the hearing before the European Court of Justice. The Court acknowledged the aforementioned individual allegation. Nevertheless, the judgment ignored this material allegation, instead deciding on an allegation that was not proposed (that is, the total deletion of the public debt). In doing this, the Court judged unlawfully and unacceptably.

According to the definition of the Russian International Law Expert Alexander Nahum Sack (1927), an “odious” debt is one which exists to the detriment of the people of a country, without them having given consent to it, to the full knowledge of the creditors. All loans violating the basic principles of International Law fall within the extended concept of this odious debt (such concepts as unjust enrichment, abuse of rights, fraud, usury, damage, an excessive cost of borrowing, the use or threat of use of violence). These basic principles arise from, among others, the Charter of the United Nations, the Universal Declaration on Human Rights, the International Covenant on Civil and Political Rights, the International Covenant on Economic, Social and Cultural Rights, the Declaration on the Right to Development, and the Vienna Convention governing the International Convention Law.

The absence of consent by the people of a country in Sack’s definition of odious debt should not be limited to tyrannical, despotic or dictatorial regimes, as it is in fact too often interpreted. If an elected government distorts the will of the people and acts illegally during the period of borrowing (undertaking corruption, unacceptable personal enrichment, the purchase of useless weapon systems, over-priced public commissions, etc.), such actions can constitute causes of “odious” debt.

The aforementioned judgment of the Court considered the ECI Proposal on legislative establishment of the principle of “emergency” in the Union, as it is elaborated in the Action dated 11 October 2012, as undue obligation “for the provision of financial assistance” by the Union. It considered, that is, that Articles 122 and 136 TFEU invoked in the Action do not constitute “appropriate legal basis for the provision by the Union of potential financial assistance to member states experiencing, or at risk of experiencing serious financing problems, through the introduction of a financing mechanism”.

The conclusion of the judgment took place due to misinterpretation and incorrect application of Union law: the appropriate legal basis for the provision of financial assistance to countries with financing problems (the nature of which puts them into a state of emergency) does in fact already exist in the Articles invoked by the Action. In particular, Article 136 TFEU, as amended by the Decision 2011/199/EU of the European Council of the 25 March 2011, on the stability mechanism for Member States having the euro as their currency, provides for the following:
“The Member States having euro as their currency, may establish a stability mechanism, which will be activated if it is considered necessary, in order to ensure the stability of the eurozone in its totality. The provision of any required financial assistance under the mechanism will be subject to strict conditions”.

Therefore, contrary to the conclusions of the judgment contested by appeal, and taking Article 4(1) and Article 5(2) TFEU into consideration, the competence of the Member States having the euro as their currency to conclude an agreement between themselves regarding the establishment of a stability and financial assistance mechanism is absolute (Pringle par 68, cfr., in this respect, the decisions of 30 June 1993, C-181/91 and C-248/91, Parliament versus Council and Commission, par 16; of 2 March 1994, C-316/91, Parliament versus Council, par 20 and of 20 March 2008, C-91/05, Commission versus Council, par 61).

The condition for the activation of the mechanism, to be agreed by the Member States, may be the placement of a country in a state of “emergency”, should meeting repayment requirements of the odious debt threaten the financial and political existence of said country. The mechanism of debt relief should be applied to all creditors. In any case, it should be applied to the creditors who happen to be EU Member States

 

The Commission has a specific given competence and discretion to submit a Proposal for the establishment of such a mechanism, under Article 352 TFEU, as a necessary action for the realisation of the objectives of the Treaties regarding stability in the eurozone. Therefore, the establishment of a mechanism (or the supplementation of any existing one) with the provision of a suspension/cancellation of the odious debt to the Member States and the Union for countries in a state of emergency is easily provided for in the legislation of the EU. It seems clear that it is within the Commission’s competence to submit a legislative Proposal to that end.

The judgment runs contrary to Pringle, which, under correct consideration (especially recital 67), does not exclude the aforementioned competence of the Commission. The invocation of this case-law (that is, Pringle) was not possible at the time of lodging the Action, since it was non-existent (Pringle is subsequent). Thus, the judgment decided on a legal reality of the past which has elapsed.

The judgment has not accepted this reconstruction, because supposedly it was raised for the first time before the Court of Appeal. However, the aforementioned case-law was established after the judgment of the Court of First Instance. Thus the requirement to raise the plea earlier is an impossible requirement.

Τhe submission of the specific provisions of law applicable to the merits of the case should be permitted even in the course of the appeal process, because the purpose of the Court is achieving resolution of any dispute by finding the proper legal framework governing it, regardless of whether or not it was proposed in the first instance.

Without this, there is a danger of rejection of the Action, which lies substantially in the Law, supposedly because it was not expressly stated at some stage of the proceedings. This would be a strong adherence to formalism.

The alleged prohibition of invocation of “new arguments or grounds” to the appeal proceedings constitutes nothing more than jurisprudential interpretation: it is not based on legal provision governing the operation of the Court. Moreover, it constitutes an arrangement which excludes the full access to the Court and the full legal resolution. As such, it strongly and negatively affects the prestige to be enjoyed by the Court and its judgments.

Especially in this case, relevant as it is to the European economic crisis, which still garners intense public interest, it is unacceptable to evade express provisions of law which constitute the proper legal resolution in the name of formalistic jurisprudential precedents.