«ΕΓΚΛΗΜΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ» -Tο DNA γράφει την ιστορία από την αρχή

 Δημοσιεύτηκε στο “Έθνος”, στις 30/5/2016.

Εννέα χρόνια μετά τη δολοφονία 19χρονου Ουαλού φοιτητή στη Ζάκυνθο, το DNA αναμένεται να «δείξει» τον πραγματικό δράστη, αλλά και να αθωώσει την παρέα του νεαρού θύματος.

 

Νεότερα στοιχεία που έχουν σχέση με το DNA του δολοφόνου του 19χρονου ισχυρίζεται ότι κατέχει η υπεράσπιση των φίλων του θύματος, οι οποίοι κατηγορούνται για ψευδορκία

<p>Νεότερα στοιχεία που έχουν σχέση με το DNA του δολοφόνου του 19χρονου ισχυρίζεται ότι κατέχει η υπεράσπιση των φίλων του θύματος, οι οποίοι κατηγορούνται για ψευδορκία</p>

Η υπόθεση, γνωστή και ως το «έγκλημα της Ζακύνθου», αναμένεται να αναβιώσει στις 6 Ιουνίου στις δικαστικές αίθουσες. Κατηγορούμενοι είναι οι δύο κολλητοί φίλοι του θύματος, Τζόναθαν Χιλ, αυτόπτες μάρτυρες της δολοφονίας του. Είχαν υποδείξει τότε στις Aρχές τον δράστη της επίθεσης, έναν Αγγλο, ο οποίος όμως αθωώθηκε καθώς δεν είχε γίνει εξέταση στα ρούχα του θύματος, στα οποία υπήρχαν ίχνη DNA του δράστη. Στη συνέχεια, οι φίλοι του θύματος μηνύθηκαν για ψευδορκία.

Το θρίλερ με τη δολοφονία του νεαρού φοιτητή ξεκινά το καλοκαίρι του 2007. Εξι φίλοι που μόλις είχαν αποφοιτήσει από το σχολείο και ήθελαν να περάσουν ένα αξέχαστο καλοκαίρι πριν ξεκινήσουν τη νέα τους ζωή στο πανεπιστήμιο, αποφασίζουν να κάνουν ανέμελες διακοπές στο νησί του Ιονίου.

Η τραγωδία
Την ημέρα που έφτασαν στο νησί, ο Τζόναθαν έκλεινε τα 19 του χρόνια και η παρέα είχε αποφασίσει να το γιορτάσει στο νυχτερινό κέντρο «RESCUE». Η νύχτα περνούσε με γέλια, χορούς και προπόσεις στην υγειά του Τζόναθαν. Ομως, οι ανέμελες διακοπές μετατράπηκαν μέσα σε λίγα λεπτά σε εφιάλτη.

 

Σύμφωνα με τη δικογραφία, περί τη μία μετά τα μεσάνυχτα, η παρέα του 19χρονου βρισκόταν στην υπερυψωμένη πίστα του μαγαζιού, όταν ένας άγνωστος σ’ αυτούς Αγγλος τουρίστας, που βρισκόταν σε παραληρηματική κατάσταση, κατέβασε τα παντελόνια του και άρχισε να ουρεί προς τους θαμώνες.

 
Το DNA γράφει την ιστορία από την αρχή

Εκπληκτος ο Τζόναθαν του ζήτησε τον λόγο ρωτώντας τον «τι κάνεις;». Οπως κατάθεσαν οι μάρτυρες, ο 25χρονος Αγγλος κινήθηκε ακαριαία προς το μέρος του Τζόναθαν και με μία δυνατή γροθιά στη γνάθο τον έριξε από την υπερυψωμένη πίστα. Επεσε αναίσθητος στο δάπεδο και μεταφέρθηκε σε κακή κατάσταση στο τοπικό νοσοκομείο.

Ο 19χρονος παίχτης του χόκεϊ μεταφέρεται ως κατεπείγον περιστατικό στην Αθήνα, καθώς είχε εμφανίσει εγκεφαλική αιμορραγία. Μία μέρα πριν από τα 19 γενέθλιά του φεύγει από τη ζωή. Το σοκ των φίλων και συγγενών είναι τεράστιο από την ξαφνική και άδικη απώλεια.

Πριν προλάβουν να καταλάβουν τι έχει συμβεί, καταθέτουν στις Αρχές τα περιστατικά που συνέβησαν και κόστισαν τη ζωή του φίλου τους. Περιγράφουν στους αστυνομικούς τα χαρακτηριστικά του ατόμου που έδωσε τη θανατηφόρα γροθιά, όπως τα συγκράτησαν τη μοιραία νύχτα υπό τις συνθήκες του συμβάντος. Η Αστυνομία δεν κάνει λήψη DNA από τα ρούχα των φοιτητών που είχαν λερωθεί με ούρα. Διεξάγει πολύωρες συνεντεύξεις, αναζητήσεις και προβολές φωτογραφιών των θαμώνων του κέντρου από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης.

Από το προανακριτικό υλικό και τις μαρτυρίες ταυτοποιούν ως δράστη τον 25χρονο Αγγλο. Δύο φίλοι του Τζόναθαν και αυτόπτες μάρτυρες τον αναγνωρίζουν ως δράστη από φωτογραφία που τους υποδεικνύεται. Ξεκινά ο εντοπισμός του και διαπιστώνεται ότι είχε αναχωρήσει από την Ελλάδα και είχε επιστρέψει στην Αγγλία. Εκδίδεται ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης σε βάρος του, συλλαμβάνεται και εκδίδεται στις ελληνικές Αρχές. Η υπόθεση εκδικάζεται στο Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Πατρών, με μάρτυρες κατηγορίας τους φίλους του Τζόναθαν που ήταν παρόντες στο περιστατικό και αναγνωρίζουν και πάλι τον κατηγορούμενο ως δράστη της δολοφονίας.

Αποδεικνύεται όμως ότι η Αστυνομία είχε υποπέσει κατά την έρευνα σε δύο τραγικά λάθη, που θα οδηγήσουν στην αθώωση του κατηγορουμένου. Στη δικογραφία δεν υπάρχει δείγμα DNA από τα ούρα του δράστη και λείπει το βίντεο εκείνης της βραδιάς από την κάμερα ασφαλείας του νυχτερινού κέντρου, στο οποίο είχε καταγραφεί το περιστατικό και οι εμπλεκόμενοι. Ενα βίντεο που υπήρχε προανακριτικά, αλλά δεν έφτασε ποτέ στο ακροατήριο. Τελικά, ο δράστης αθωώνεται ένεκα αμφιβολιών, οριακά για μία ψήφο. Υποστήριξε ότι δεν ήταν την ώρα του φονικού στο μαγαζί.

Οι φίλοι του Τζόναθαν, που τον είδαν να δολοφονείται μπροστά στα μάτια τους, μηνύθηκαν από τον Αγγλο τουρίστα και σε βάρος τους ασκήθηκε ποινική δίωξη για ψευδορκία. Στις 6/6/2016 εκδικάζεται η υπόθεσή τους, ύστερα από αναβολή, ενώπιον του Β΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Αρχική δικάσιμος ήταν η 16η Νοεμβρίου 2016. Ο τότε κατηγορούμενος και νυν μηνυτής-μάρτυρας δεν είχε εμφανιστεί στο δικαστήριο, ούτε είχε εκπροσωπηθεί επίσημα από δικηγόρο. Εκ μέρους του είχε εμφανιστεί ένας δικηγόρος Πατρών, που ανήγγειλε ότι ο μηνυτής, αν και γνώριζε για τη δικάσιμο, δεν μπόρεσε να προσέλθει.

Το δικαστήριο
Το δικαστήριο δεν δέχτηκε την απουσία, ως συγνωστή και τον τιμώρησε ως λιπομάρτυρα με χρηματική ποινή, παραγγέλλοντας την κλήτευσή του, στη, μετ’ αναβολή συζήτηση της υπόθεσης. Το άκουσμα της περαιτέρω αναβολής προκάλεσε σοκ και απόγνωση στις οικογένειες των Ουαλών φοιτητών, που είχαν έλθει στην Πάτρα, από το Ηνωμένο Βασίλειο, για να πάρουν μέρος στη δίκη. Επικαλούνταν, πως, επί 8 χρόνια τα παιδιά τους, ζούσαν έναν ανείπωτο δικαστικό εφιάλτη. Από αυτόπτες μάρτυρες της δολοφονίας του φίλου τους, στον τόπο των καλοκαιρινών διακοπών τους στη Ζάκυνθο, κατέληξαν οι μόνοι υπό δικαστική δίωξη για αυτήν την υπόθεση.

Πληροφορίες του «Εθνους» από την πλευρά των μαρτύρων υπεράσπισης αναφέρουν ότι υπάρχουν ακόμη κάποια από τα ρούχα των παιδιών που εκείνο το βράδυ είχαν ουρηθεί από τον δράστη. Η εξέτασή τους για δείγμα DNA αναμένεται να ταυτοποιήσει τον δράστη της δολοφονίας και ενδεχομένως να αθωώσει τους φίλους του Τζόναθαν.

Οι δικηγόροι των Ουαλών φοιτητών Ανδρέας και Αλέξης Αναγνωστάκης δηλώνουν στο «Εθνος» ότι «η ακροαματική διαδικασία θα αναδείξει την πραγματική αλήθεια της υπόθεσης, με ανατρεπτικά αποτελέσματα. Η ιστορία του αποτρόπαιου αυτού εγκλήματος θα γραφτεί από την αρχή».

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΜΠΙΝΤΕΛΑΣ

«Οποιος θέλει τα παιδιά, πρώτα περνάει από μένα!»

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, στις 15/3/2016.

«Οι συνθήκες στη φυλακή ήταν απάνθρωπες, αλλά το πιο απάνθρωπο ήταν ο φόβος που νιώθαμε συνεχώς. Δεν ξέραμε πότε θα μας επιτεθούν και θα μας εξοντώσουν. Δεν ξέραμε τι θα γινόταν με μας. Φοβόμασταν καθημερινά, μήπως μας δίνουν δηλητηριασμένο φαγητό ή νερό. Φοβόμασταν, γιατί ξέραμε ότι το καθεστώς μάς μισεί και προσπαθεί να μας σκοτώσει». 

Η αφήγηση ανήκει στον Σπύρο Ρίτσαρντ Χαγκαμπιμάνα. Τον Ελληνα υπήκοο που βασανίστηκε, φυλακίστηκε και βρέθηκε αντιμέτωπος με το ενδεχόμενο να χαθεί για πάντα σε κάποιο μπουντρούμι, απλώς και μόνο διότι αρνήθηκε ως αξιωματικός της αστυνομίας του Μπουρούντι να υπακούσει στις εντολές των ανωτέρων του και να πυροβολήσει άμαχους διαδηλωτές.

Ολα αυτά πλέον έχουν τελειώσει. Ο Σπύρος αθωώθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο της αφρικανικής χώρας και βρίσκεται πια ασφαλής στην Αθήνα.

Νιώθει ανακούφιση για το αίσιο τέλος, λαχτάρα να επανενωθεί με τη σύζυγο και τον γιο του, τους οποίους έχει να δει από την ημέρα της σύλληψής του, αλλά και πείσμα να αγωνιστεί από δω και πέρα με όποιον τρόπο μπορεί για ένα καλύτερο μέλλον στην πατρίδα του.

Τον συναντήσαμε στο κέντρο της Αθήνας, στο γραφείο των δικηγόρων του, Ανδρέα και Αλέξη Αναγνωστάκη, ενώ εκεί ήταν και η φίλη του Αννα Σηφάκη, διαχειρίστρια του γκρουπ στο Facebook που έκανε γνωστή την ιστορία του και σήμερα ξεπερνά τα 12.000 μέλη.

Του ζητήσαμε να μας διηγηθεί όλα όσα έζησε.

Το χρονικό

Ο Σπύρος έφτασε για πρώτη φορά στην Ελλάδα τον Νοέμβριο του 1991 με υποτροφία. Σπούδασε στη σχολή ναυτικών δοκίμων κι έπειτα στη Νομική.

Εργάστηκε ως υπάλληλος στην ΑΣΟΕΕ και, όταν ξεγλιστρούσε από την καθημερινότητα της Αθήνας, επισκεπτόταν τα Χανιά, όπου διατηρεί πολλούς φίλους.

Πήρε πολιτικό άσυλο στην Ελλάδα και αργότερα την υπηκοότητα. Τότε η επιστροφή στο Μπουρούντι φαινόταν μακρινή.

«Δεν ήθελα να χρησιμοποιήσω τις σπουδές που είχα κάνει εδώ προς όφελος μιας δικτατορίας», μας λέει και εξηγεί ότι η χώρα της Κεντρικής Αφρικής είχε να ζήσει εκλογές από το 1993 και οι κυβερνώντες είχαν πάρει την εξουσία με πραξικόπημα.

Εκλογές πραγματοποιήθηκαν ξανά 12 χρόνια μετά. Ηταν πλέον 2005, όταν έπεσε το προηγούμενο καθεστώς και ζητήθηκε από τον Σπύρο να επιστρέψει στην πατρίδα του ως αξιωματικός στην αστυνομία και να οργανώσει και το πρώτο λιμενικό σώμα της χώρας. Δέχτηκε.

«Ημασταν ενθουσιασμένοι! Πολλά παιδιά -δεν ήμουν μόνο εγώ- που ήταν στο εξωτερικό, αποφασίζουν εκείνη την εποχή να γυρίσουν πίσω να προσφέρουν», αναφέρει και διηγείται ότι με τον καιρό ο αρχικός ενθουσιασμός άρχισε να φεύγει.

Καταγγέλλει συστηματική καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, φίμωση μέσων ενημέρωσης, φαινόμενα διαφθοράς και τη δολοφονική δράση παραστρατιωτικών ομάδων.

Η κοινωνική έκρηξη έρχεται το 2015, όταν ο πρόεδρος της χώρας αποφασίζει να διεκδικήσει και τρίτη θητεία, παρότι το Σύνταγμα δεν το επιτρέπει.

Οι διαδηλώσεις που ξεκινούν, καταστέλλονται βίαια και η εντολή από τη γενική αστυνομική διεύθυνση είναι οι διαδηλωτές να πυροβολούνται.

Ασπίδα

Στις 7 Μαΐου ο Σπύρος βάζει ασπίδα το κορμί του μπροστά σε διαδηλωτές που -όπως λέει- απλώς «χόρευαν και τραγουδούσαν με φύλλα από δέντρα στα χέρια».

Οι συνάδελφοί του, πάνοπλοι αστυνομικοί, τον προστάζουν να κάνει στην άκρη.«Φώναξα “όχι, δεν θα πυροβολήσει κανείς τα παιδιά μου!”. Και όντως εκείνη τη στιγμή τους ένιωθα σαν δικά μου παιδιά, γιατί είχαν φοβηθεί, βλέποντας τα πυροβόλα όπλα. Ορισμένοι προσπαθούσαν να κρυφτούν πίσω μου», λέει με συγκίνηση και διηγείται πως φώναξε τη φράση: «Οποιος θέλει τα παιδιά, πρώτα περνάει από μένα!». 

Οι διαδηλωτές σώθηκαν και η επόμενη πράξη του δράματος έρχεται στις 27 Ιουνίου.

«Πέφτουν πάνω μου στο κέντρο της πόλης 20-25 άνδρες της αστυνομίας. Αρχίζουν και με χτυπάνε. Με συνέλαβαν χωρίς κανένα ένταλμα, χωρίς τίποτα. Με πήγαν στις μυστικές υπηρεσίες. Με βασάνισαν για δέκα μέρες. Με έδερναν με σίδερα σε όλο το σώμα. Μου έκαναν φάλαγγα. Ηθελαν να ομολογήσω ότι δήθεν είχα παράνομα πυρομαχικά και όπλα».

Κι έπειτα φυλακή, με απάνθρωπες συνθήκες. Είκοσι δύο άτομα σε ένα μικρό κελί, που κοιμόντουσαν στο χώμα.

«Μεταγωγή»

Η μέρα που δεν θα ξεχάσει ποτέ ήταν όταν αποφασίστηκε η μεταγωγή του. Κατ’ εξαίρεση θα γινόταν βράδυ και όχι πρωί, όπως προβλέπεται.

«Εκεί μεταγωγή σημαίνει ουσιαστικά απαγωγή. Εξαφανίζεσαι. Πίστευα λοιπόν ότι θέλουν να με σκοτώσουν. Είδα τότε τους συγκρατούμενούς μου να σχηματίζουν ανθρώπινη αλυσίδα για να μη βγω από το κελί. Μέχρι το πρωί ήταν μέσα στο κελί και τραγουδούσαν. Εκείνο το βράδυ ένιωθα φόβο, αλλά και πολύ μεγάλη χαρά και συγκίνηση», μας λέει.

Κι έπειτα περιγράφει τις συνθήκες στη δίκη, όπου δικαζόταν μαζί με πάνω από 25 άτομα, με την κατηγορία της συμμετοχής σε απόπειρα πραξικοπήματος.

Μια δίκη όπου τα υπερασπιστικά δικαιώματα των κατηγορουμένων είχαν καταστρατηγηθεί.

«Ηθελα μόνο να καταρρίψω στην απολογία μου τις κατηγορίες. Δεν περίμενα ότι θα αθωωθώ. Και μάλιστα την προηγούμενη μέρα έλεγα σε όσους μιλούσα να μη στενοχωρηθούν, αν ακούσουν ότι καταδικάστηκα σε ισόβια», θυμάται.

Τελικά, σε αντίθεση με την πλειονότητα των συγκατηγορουμένων του, ο Σπύρος αθωώθηκε, μέσα σε ένα μεγάλο κύμα διεθνούς αλληλεγγύης που έφτασε μέχρι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Η αθώωση

Από αριστερά: ο Σπύρος Χαγκαμπιμάνα, και οι Aννα Σηφάκη και Αλέξης Ανγνωστάκης
Από αριστερά: ο Σπύρος και οι Aννα Σηφάκη και Αλέξης Αναγνωστάκης |
 

«Το καθεστώς ουσιαστικά αναγκάστηκε να αθωώσει τον Σπύρο. Αυτό οφείλεται κυρίως στον διεθνή νομικό αγώνα που διεξήχθη και τη μαχητική κινητοποίηση πολλών ανθρώπων που δημιούργησαν ασφυκτικές πιέσεις», τονίζουν οι δικηγόροι του Σπύρου, Ανδρέας και Αλέξης Αναγνωστάκης. 

«Αυτή τη στιγμή το καθεστώς αφήνει πίσω του, μεταξύ άλλων, μαζικούς τάφους από αθώους δολοφονημένους πολίτες», επισημαίνει ο Σπύρος και σήμερα, από την Αθήνα, κάνει έκκληση στους ευρωπαϊκούς θεσμούς να αναλάβουν ενεργές πρωτοβουλίες για την ειρήνη στο Μπουρούντι.

«Θα κάνω ό,τι περνάει απ’ τα χέρια μου για να μπορέσω να σώσω αυτούς τους ανθρώπους που υποφέρουν», λέει και καταλήγει εκφράζοντας την αγάπη του για την ελευθερία που στερήθηκε.

Κοτζιάς: Και ενός ανθρώπου η ελευθερία είναι επιτυχία. Συνάντηση με τον Σπύρο Χαγκαμπιμάνα από το Μπουρούντι

 ypex1
 
Δημοσιεύτηκε στις 7/3/2016 από Αθηναικό Πρακτορείο Ειδήσεων.
 

«Νοιώθω πάρα πολύ τυχερός που από τη χώρα των φυλακών του Μπουρούντι βρίσκομαι στην Αθήνα, όπου είχα ανθρώπους που μου έδειξαν αγάπη και συμπαράσταση». Ο Σπύρος Χαγκαμπιμάνα, ο Έλληνας αξιωματικός που ξεσήκωσε την κοινή γνώμη με τη δραματική κραυγή αγωνίας προς την Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση από τις φυλακές του Μπουρούντι, επειδή ως ανώτερος αξιωματικός της αστυνομίας και υπεύθυνος επιχειρήσεων αρνήθηκε να κάνει χρήση βίας και να σκοτώσει άμαχους διαδηλωτές, ήταν σήμερα συγκινημένος στο υπουργείο Εξωτερικών εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη του στον υπουργό Νίκο Κοτζιά.

«Σας αγαπά πολύς κόσμος εδώ στην Ελλάδα, πήρα εκατοντάδες γράμματα για εσάς» του είπε ο υπουργός, σημειώνοντας ότι το ευχαριστώ που του απηύθυνε ο Σπύρος Χαγκαμπιμάνα ανήκει «στις υπηρεσίες του υπουργείου Εξωτερικών που έκαναν καλή και συστηματική δουλειά».

«Έστω και ένας άνθρωπος ελεύθερος είναι επιτυχία για το υπουργείο Εξωτερικών» τόνισε ο κ. Κοτζιάς συγχαίροντας και τον δικηγόρο του Σπύρου, Αλέξη Αναγνωστάκη, για τη δική του συμβολή.

«Είναι βέβαιο ότι δεν ξεχνάω τους ανθρώπους που άφησα πίσω μου στις φυλακές που βασανίζονται και σκοτώνονται, η μνήμη μου γυρίζει πίσω», δήλωσε ο Σπύρος Χαγκαμπιμάνα μετά την κατ’ ιδίαν συνάντηση με τον κ. Κοτζιά επισημαίνοντας ότι πλήρωσε «το τίμημα για την αντίστασή του στις εντολές του καθεστώτος», αλλά σήμερα, ενώ είναι μέρα χαράς για τον ίδιο που βρίσκεται έξω από τη φυλακή και το Μπουρούντι, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι «ο αγώνας πρέπει να συνεχιστεί για τους άλλους συνανθρώπους μας που έμειναν πίσω»

Ο Σπύρος Χαγκαμπιμάνα μιλά άψογα ελληνικά, είναι απόφοιτος της Ελληνικής Σχολής Ναυτικών Δοκίμων. Κατά την παραμονή του στην Ελλάδα, απέκτησε το όνομα Σπύρος -τον έλεγαν Ρίτσαρντ- και πήρε την ελληνική υπηκοότητα, ενώ αργότερα εγκαταστάθηκε στην Μπουζουμπούρα στο Μπουρούντι και έγινε αξιωματικός της αστυνομίας.

Στα τέλη του περασμένου Ιουλίου ο Σπύρος-Ρίτσαρντ Χαγκαμπιμάνα συνελήφθη με την κατηγορία της συμμετοχής σε απόπειρα πραξικοπήματος, η οποία του αποδόθηκε μετά την άρνησή του να ανοίξει πυρ κατά των άμαχων διαδηλωτών στη χώρα της Κεντρικής Αφρικής. Από τη φυλακή έστειλε μία επιστολή ζητώντας από την Ελλάδα και την ΕΕ να τον βοηθήσει: «Συνελήφθην στις 27 Ιουνίου 2015 από τους άνδρες της προεδρικής αστυνομίας και οδηγήθηκα αμέσως στα κρατητήρια των μυστικών υπηρεσιών. Επί δέκα ολόκληρες ημέρες υποβλήθηκα σε φρικτά και απάνθρωπα βασανιστήρια, με σκοπό τον εξαναγκασμό μου σε απόσπαση δήθεν ομολογίας. Στις 8 Ιουλίου οδηγήθηκα στις φυλακές της Μουραμούγια με την ψευδή και ανυπόστατη κατηγορία της συμμετοχής σε “απόπειρα πραξικοπήματος”, που επισείει εξοντωτικές ποινές. Βρίσκομαι στην άνω φυλακή υπό άθλιες και φρικτές συνθήκες κράτησης. Έχω δικαιολογημένους φόβους ότι δεν θα τύχω της απαιτούμενης Δίκαιης Δίκης. H προφυλάκισή μου δεν στηρίζεται σε πιστευτή και νομικά βάσιμη κατηγορία. Είναι κόντρα προς το Διεθνές Δίκαιο περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, του Αφρικανικού Χάρτη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Δικαιωμάτων των Λαών, του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχουν κυρωθεί από το Μπουρούντι» έγραφε.

Παρά τις δυσκολίες λόγω έλλειψης ελληνικής πρεσβείας στο Μπουρούντι, το υπουργείο Εξωτερικών κινήθηκε συστηματικά και αποτελεσματικά με τη βοήθεια δύο άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Μετά από ένα εξάμηνο περίπου, στα μέσα Γενάρη, η περιπέτεια του Σπύρου Χαγκαμπιμάνα πήρε αίσιο τέλος με μία αθωωτική δικαστική απόφαση. Ωστόσο παρά την τυπική αθώωση η ζωή του δεν έπαψε να κινδυνεύει, όπως μας εξήγησε ο δικηγόρος του, όταν, επιχειρώντας ο Σπύρος Χαγκαμπιμάνα να επιστρέψει στην Αθήνα, οι αρχές του αρνήθηκαν την έξοδο με την αιτιολογία ότι έπρεπε να πάρει ειδική άδεια εξόδου από τη χώρα.

Από τον Ιανουάριο μέχρι προ δεκαημέρου που έφθασε στην Ελλάδα, ο Σπύρος Χαγκαμπιμάνα έζησε μία δεύτερη περιπέτεια με τη ζωή του να κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή από παρακρατικές οργανώσεις αναγκάζοντάς τον να κρυφτεί αρχικά, και επιχειρήσει να εγκαταλείψει το Μπουρούντι στη συνέχεια διαφεύγοντας μέσω γειτονικής χώρας και μετά από ένα μακρύ ταξίδι να φθάσει στην Αθήνα. Στην Αθήνα, που όπως μας είπε, είχε ανθρώπους που τον αγαπούν.